Το γεγονός ότι που εχτές ανήκει μου ένα οικόπεδο προκαλεί μου διάφορα συναισθήματα.
Πρώτον, ψώνισμα ότι εκατάφερα το ΤΖΙΑΙ τούτο. Ένα που τα λλία που ονειρέυτηκα στη ζωή μου (αλλά με πολλά δυνατό visualisation, που με εθώρουν να παίζω μέσα σε Α’ γυναικείο ρόλο, όι όπως το να γίνω μοντέλο/ροκ σταρ/πρόεδρος της Κόπρου) ήταν το να αποκτήσω δικό μου σπίτι, ό-π-ω-ς το θέλω τζιαι με τέρας αυλή. Ο μόνος τρόπος να γινόταν αυτό ήταν να γοράσω οικόπεδο τζιαι να κτίσω. Ε, τωρά έχω οικόπεδο. :ζ
Δεύτερο, μιαν ωμέγα θλίψη: τωρά το σπίτι μου εννάν για πάντα τζιαμέ;;; Είμαι σίουρη; Δις γουωζίτ; Θα ζω τζιαμέ, θα γεννήσω τζιαμέ, θα τρώω τζιαμέ, θα τζοιμούμαι τζιαμέ, θα γεράσω τζιαμέ, τα μωρά μου θα λαλούν ότι εν που τζιαμέ; Τζιαμιά. Γιατί με το που απέκτησα το οικόπεδο, ήχησε στα αυτιά μου, αντί το σύνηθες Haaallelujah, το Roamer, wanderer, nomad, vagabond, call me what you will?! Γιατί ξαφνικά ένιωσα ότι από τούδε και στο εξής θα είμαι παλλουκωμένη έναν τόπο; Γιατί θέλω να βουρώ ώσπου να φτάσω Αμερική;
Ίσως επειδή το οικόπεδο κόφκει νάκκον μακρά που τον ιδεώδη μου τόπο; Έννεν στα σύνορα του δήμου που ήθελα (γιατί εν εγοράζουνταν) αλλά σε μια νεκρή ζώνη μεταξύ αυτού και της γειτονικής κοινότητας. Ούτε κοντά, ούτε μακριά. Τζιαι κοντά τζιαι μακριά.
And I’ll redifine anywhere.
Εν ποτζείνες τες περιοχές που σε 5-6-10 χρόνια εννα λαλούμε «Τον τζιαιρόν που ήρταμε εμείς δαπάνω είμασταν εμείς τζιαι οι αλουποί. Τωρά άε, εν έshει τόπο να θκιαλλάξεις». Τα αθρωπούθκια μου με ποιους εννά παίζουν; Με τη Laura Ingalls; Ένα γειτονικό σπίτι έshει μέσα εκκλησία τζιαι γήπεδο του τέννις. Ένα άλλο σκόρπιο σπίτι έshει πισίνα. Ένα άλλο έshει βενζινάδικο. Εshει τζιαι κάτι μάντρες... Προσπαθούν να μου πουν κάτι; Ότι τζιέξω τζει που πάμε εν ούλλα σελφ σέρβις; Εννά πρέπει να ανοίξω περίπτερο μες την αυλή μου; Εννά αντέξω χωρίς κομφόρ within (my) walking distance?
Νομίζω είδα τον Joe Cartwright κάπου στον ορίζοντα...
Τέσπα, where I lay my head is home.
Ενόμιζα ένιωθα τζι άλλα πράματα αλλά τελικά τούτα ένη. Εννά μου περάσει.
Τωρά πρέπει να καταλήξουμε σε τι σπίτι θέλουμε να κτίσουμε: ξύλενο; τούβλενο; χάρτενο; Ο χάσπας φοάται το ξύλενο, νομίζει εννά του φυσήσει ο λύκος τζιαι να ππέσει. Εγώ εν θέλω τούβλενο, εννά αναγκαστεί ο λύκος να μπει που την καμινάδα τζι αν δεν έχω καζάνι να βράζει τζείντην ώρα εφάμεν την/τον. Εννα μας περάσει.
My body lies, but still I roam
- ok, Ι overshote it.
υ.γ. ήταν να παίξω πελλόν για το ότι έπαιξεν μια γύρα που το google για τη Λώρα και την Μπονάντζα, αλλά επειδή ήβρα κάτι που θέλω να δείτε (οι γεροσκούλουτζιοι της παρέας), παραδέχουμαι το. Λοιπόν,
στούντην σελίδα δέτε τη Λώρα τότε (antes) και τώρα (ahora) - φιρτείτε!